Modal Verbs | Senior B

Grammar Language Use Senior B Watch & Learn

Ελλειπτικά (Modal or Defective Verbs) λέγονται τα ρήματα που δεν μπορούν να σχηματίσουν όλους τους χρόνους των κανονικών ρημάτων και δεν έχουν όλους τους τύπους (μετοχές, κλπ.).

Ακολουθούνται πάντα από ένα άλλο ρήμα το οποίο είναι πάντα στο απαρέμφατο χωρίς to.

I can swim.  ΟΧΙ  I can to swim.
He must study.  ΟΧΙ  He must to study.
We could see them.  ΟΧΙ  We could to see them

Τέτοια ρήματα είναι:

may – might  /  can – could  /  will – would  /  shall – should
must  /  ought to  /  need  /  dare

Υπάρχουν μερικά ρήματα και εκφράσεις που χρησιμοποιούνται σαν Modal Verbs και τα οποία έχουν σχεδόν την ίδια έννοια. Αυτά είναι:

be able to  =  can
had better  =  should
have to / have got to  =  must
used to  =  would

We had better leave. It’s late.  =  We should leave…
We would play in the square until late.  =  We used to play…

Το  can  (μπορώ) δείχνει:

    • ικανότητα (to be able to)  –>  I can sing and dance.
    • άδεια (may)  –>  Can I go out with my friends, mum?
    • αρνητικό λογικό συμπέρασμα (I dont think)  –>  She drives an old Fiat. She can’t be rich.

Το could (μπορούσα) δείχνει:

    • ικανότητα στο παρελθόν (was able to)  –>  I could not swim well last year.
    • άδεια (ευγενικό)  –>  Could I go out, sir? – Of course you can.

Το  may  (ίσως / μπορώ) στην κατάφαση και την άρνηση δείχνει πιθανότητα (ίσως – perhaps) ενώ στην ερώτηση χρησιμοποιείται για να ζητήσει άδεια – είναι πιο ευγενικό από το  can.

She may come to the party tomorrow.
It may snow tonight.
May I go with them? – No, you can’t.
May I open the window? – Of course you may / can.

Το might (ίσως) στην κατάφαση εκφράζει πιθανότητααβεβαιότητα.

I might go out tonight but the weather seems to be very bad.

Το  must  (πρέπει) παίρνει πάντα υποκείμενο και δείχνει:

    • λογικό συμπέρασμα (I think)  –>  She always wears the same clothes. She must be poor.
    • ισχυρή υποχρέωση, καθήκον (have to)  –>  What must they do?  /  You must be more careful when you do your homework.
    • απαγόρευση (it’s forbidden)  –>  You mustn’t touch the fire. You’ll burn yourself.
    • αναγκαιότητα (need)  –> You must go now. I want to work.  /  Must they buy new shoes?

  • Το  need  (είναι ανάγκη να, χρειάζεται να) παίρνει πάντα υποκείμενο και χρησιμοποιείται κυρίως σε ερώτηση και άρνηση.

Need you go now?
You needn’t give me any money. I have enough.
He needn’t go there if he doesn’t want to.

Το need (χρειάζομαι) είναι κύριο ρήμα και έχει κανονικά όλους τους τύπους – χρόνους.

She needs new clothes
She doesn’t need any help.
We didn’t need to buy anything.

Το  have to  (είναι ανάγκη να, πρέπει να) δείχνει αναγκαιότητα.

Need they buy new shoes?  =  Do they have to buy new shoes?
He must buy new shoes.  =  He has to buy new shoes.  =  He needs to buy new shoes.
You don’t have to do your homework today. It’s Friday.  =  You needn’t do…

Το  ought to  (οφείλω να, πρέπει) δεν είναι τόσο ισχυρό όσο το must.

They ought to be here at 9:00.
You ought to come to Jenny’s party tonight.

Το  should  (θα πρέπει) χρησιμοποιείται για να δώσουμε ή να ζητήσουμε συμβουλή, να δείξουμε υποχρέωση, καθήκον ή προσδοκία.

You should spend more time on your English.  =  You ought to spend…
You should be more careful when you do your homework.  =  You ought to be…
You shouldn’t smoke so much.  =  You ought not to smoke…
What should I do now? Should I stay or should I go?
They should arrive soon.

Το  used to  (συνήθιζα να) περιγράφει κάτι που γινόταν στο παρελθόν – μια συνήθεια που είχαμε – αλλά δεν γίνεται πλέον. Έχει μόνο αόριστο χρόνο.

I used to smoke but I don’t anymore.
Last year he used to come here every day.  =  Last year he would come…
He used to bring me flowers before we got married.
Did you use to run fast when you were young?

Το  dare  (τολμώ) χρησιμοποιείται κυρίως σε άρνηση και ερώτηση.

I dare not go into that old house. It’s haunted.
Dare you go?
I do not dare to go into that old house.


Follow and like us ?